Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης στη περιοχή εγκαταστάθηκαν εξισλαμισθέντες Αρβανίτες από την Αρκαδία. Οι Μανιάτες όμως κατά το 15ο αιώνα σε πολλές ευκαιρίες έδιωξαν τους Τουρκαλβανούς, όπως στην επανάσταση του Κροκόδειλου Κλαδά το 1479, αλλά και μεταγενέστερα. Στη Βενετσιάνικη κατοχή του Μοριά η επαρχία της Μπαρδούνιας, αριθμούσε 16 κατοικημένες κώμες, 3 γκρεμισμένες2, κανένα Μοναστήρι, 440 φαμίλιες, 1.726 ανθρώπινες ψυχές και 325.440 στρέμματα (Σάθας: Τουρκοκρατούμενη Ελλάς)
Με τη τελική αποχώρηση των Ενετών και την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς το 1715, ο μέγας βεζύρης Δαμάδ Αγάς Κιουμουρτζής, εγκατέστησε εκεί Αλβανούς μουσουλμάνους3. Αυτοί αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή του Τουρκικού στρατού σε τυχόν επιθέσεις εναντίον της Μάνης, αλλά και ανασταλτικό παράγοντα για τις επιθέσεις των Μανιατών στη περιοχή της Τουρκοκρατούμενης Λακωνίας.
Οι Αλβανοί αυτοί ονομάστηκαν Τουρκοβαρδουνιώτες ή Τουρκομπαρδουνιώτες και δημιούργησαν σημαντική ανθελληνική εστία, ενώ διακρίθηκαν για τη θηριωδία τους κατά των χριστιανών Ελλήνων της Λακωνίας. Κέντρο των τουρκομπαρδουνιωτών αρχικά, ήταν το απόρθητο κάστρο της Μπαρδούνιας. Αργότερα, το κέντρο τους μεταφέρθηκε στους Γοράνους και στην Κουρτσούνα, όπου και οι οχυρότεροι πύργοι των διασημότερων της εποχής τουρκομπαρδουνιωτών Μουσάγα4 και Ρουμπή5, που πήραν και τον ανώτατο τίτλο-αξίωμα «Ζαμπαρδούνιας».
Τα χωριά της δυτικής πλευράς του Σμήνους κατοικούνταν μόνο από Έλληνες και ποτέ δεν κτίστηκε τουρκοβαρδουνιώτικος πύργος. Σε κάθε χωριό της ανατολικής πλευράς που το κατοικούσαν μόνο Τουρκοβαρδουνιώτες ή Τουρκοβαρδουνιώτες και Χριστιανοί Έλληνες, ανάμεικτα, είχε ένα ή περισσότερους οχυρούς πύργους με κανόνια και τον αγά του. Η ανώτερη διοικητική αρχή της περιοχής ήταν ο αρχιαγάς, που λεγόταν Ζαβαρδούνιας ή Ζαμπαρδούνιας. Η οργανωμένη αυτή πολεμική δύναμη6 υπολογιζόταν σε 2.500 εμπειροπόλεμους πολεμιστές, οχυρωμένους σε 48 δυνατούς πύργους, που μερικοί τους ανεβάζουν σε 68 ή ακόμα και σε 80.
Και οι τρεις όμως ομάδες των χωριών της περιοχής, έζησαν κάτω από ιδιότυπες συνθήκες μιας αέναης πάλης, μιας πάλης που ανέδειξε ηρωικές μορφές τόσο ανδρικές, όσο και γυναικείες.
Από τους έλληνες κατοίκους των «μανιάτικων» χωριών της περιοχής της Μπαρδούνιας, ονομαστότεροι, ιδίως από το 17697 και ως μετά την Επανάσταση του 1821, ήταν οι Βενετσανάκηδες, τους οποίους το 1830 βρίσκουμε να είναι ακόμη η ηγετική οικογένεια της Καστάνιτσας. Αλλά αδιαμφισβήτητη, απ” όλους ανεξαιρέτως τους ιστορικούς «πρώτη μεγάλη πατριωτική φυσιογνωμία της Μπαρδούνιας8» του 18ου αιώνα ήταν ο καπετάνιος της Καστάνιας «περιβόητος Κλέφτης του Μοριά9», Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Οι Βενετσανάκηδες ήταν η πρώτη οικογένεια της περιοχής, όσο ζούσε ο Παναγιώταρος, αλλά μετά τον χαλασμό του το 1780, αναδείχτηκε ο καπετάν Ζαχαριάς στη Λακεδαίμονα και στην Πελοπόννησο. Μετά τους δυο αυτούς Πρωτοκλέφτες που ξεπερνούσαν τα όρια της Λακωνίας, ακολουθούσαν οι Γιατράκηδες Γοράνων – Κουρτσούνας – Άρνας.
Στις αρχές του 1821, με τέχνασμα10 των Μανιατών, αποχώρησαν από τη περιοχή και κατέφυγαν στη Τρίπολη και στη Μονεμβασιά. Στο Βαλτέτσι γνώρισαν τη ταπείνωση. Αναμετρήθηκαν11 με τους παλιούς τους γείτονες, τους Μανιάτες, όπου ο Ρουμπής, ο πιο εμπειροπόλεμος Τούρκος στρατιωτικός έπαθε σωστή πανωλεθρία. Πολεμήθηκαν αδιάκοπα και το τέλος τους ήλθε ολοκληρωτικά τον Σεπτέμβρη του 1821, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς οπότε και εξαφανίστηκαν.
Στη μάχη του Πολυαράβου12 έλαβαν μέρος τόσο οι κάτοικοι των Μανιάτικων χωριών της Βαρδούνιας, όσο και άλλοι πολεμιστές από τα Βαρδουνοχώρια, όπως και σε άλλες μάχες του αγώνα του 1821.
Κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας (1685-1715) μεμονωμένα μέλη της Έξω Μάνης, αλλά και κάποιοι ισχυροί των νότιων και δυτικών περιοχών του Πασσαβά επέκτειναν τις οικονομικές δραστηριότητές τους στη Μπαρδούνια. Έχουν διασωθεί αρκετά στοιχεία για ορισμένα πρόσωπα που ασκούσαν οικονομικές πράξεις στο Πασσαβά και στη Μπαρδούνια, στις αρχές του 18ου αιώνα.